HomeUrbanitiesΤα παιδικά μου καλοκαίρια στο Κριαρίτσι

Τα παιδικά μου καλοκαίρια στο Κριαρίτσι

της Τέσσης Γιαννακίνα

Σκηνή, σκάφος, παιδικές κατασκηνώσεις, Εύβοια, Κιλκίς, οι εικόνες-λέξεις που αναδύονται. Ανάσα και έτοιμη για μακροβούτι σε αυτήν την αλλοτινή, ανεξίτηλα εντυπωμένη, εποχή!

Πηγαίνοντας όσο πιο πίσω κρατάει η μνήμη μου (1992-93 πρέπει να ήταν), η πρώτη, και πιο έντονη μάλλον, καλοκαιρινή ανάμνηση, πηγάζει από το Κριαρίτσι, αμμώδη παραλία στη Σιθωνία Χαλκιδικής, που τότε δεν είχε τίποτα παρά μόνο την ομορφιά της.

Εκεί κατασκηνώναμε ελεύθερα με τη μαμά, τον μπαμπά, τον αδερφό μου-καλύτερο φιλαράκι των παιδικών μου χρόνων-, σε μία πόλο σκηνή σχήματος ιγκλού που μας χωρούσε και τους τέσσερις, σκηνή που χρησιμοποιώ ακόμα και σήμερα! Θυμάμαι ατελείωτες ώρες παιχνιδιού, ολημερίς στη θάλασσα (με το που μας ξυπνούσε το πρώτο φως του ήλιου, ανάμεσα σε καρπούζια και πεπόνια που φύλαγε ο μπαμπάς στη σκηνή για να τα γλιτώσει απ’ τη ζέστη, μέχρι τελικής πτώσης) και γυμνούς ανθρώπους παντού, μια μικρή κοινότητα από μικρούς και μεγάλους στην πιο ανέμελη εκδοχή της.

Μεγαλώνοντας, στις αρχές δημοτικού, ήδη από την πρώτη τάξη, ξεκινήσαμε με τον αδερφό μου την παιδική κατασκήνωση παρέα με…τη μαμά! Για δύο καλοκαίρια δούλεψε ως νοσοκόμα σε μία κατασκήνωση στη Χαλκιδική, κι εμείς -εκ του ασφαλούς- κάναμε τα πρώτα βήματα ανεξαρτητοποίησης και ολοήμερης συνύπαρξης με άλλα παιδιά. Κυριολεκτικά ολοήμερης, για μένα προσωπικά, γιατί με το που έπεφτε το βράδυ και καληνυχτιζόμουν με την ομαδάρχισσα και τις νέες φίλες, το έσκαγα αθόρυβα από το σπιτάκι στις μύτες των ποδιών  μου και μόλις λίγα βήματα παραπέρα πατούσα σπριντ ολοταχώς για το δωμάτιο της μαμάς μου. Το υπόλοιπο της ημέρας το διασκέδαζα με δραστηριότητες στη θάλασσα, μπάσκετ, flying fox, μπουγελώματα, τραγούδια και συνθήματα, μερέντα, το θεατράκι που μαζευόμασταν όλοι/ες τα βράδια. 

Τα επόμενα καλοκαίρια, η κατασκήνωση παρέμεινε σταθερή αξία, μέχρι και το Λύκειο -χωρίς τη μαμά, ε; Και συνεπώς χωρίς μεταμεσονύκτιο τρέξιμο. Έτσι ξεκινούσαν οι διακοπές μετά το σχολείο,  πηγαίναμε με τον αδερφό μου πάντα την πρώτη περίοδο. Γυρίσαμε σε διάφορες, όλες στη Χαλκιδική. Πολύ ωραίες στιγμές, κάθε μία είχε και τις ιστορίες της! 

Μετά την κατασκήνωση, παραμέναμε για λίγες ημέρες Θεσσαλονίκη, μέχρι να έρθει ο Αύγουστος που τότε ξεκινούσε η άδεια και οι διακοπές των γονιών. Εκεί, για καλή μας τύχη, το οικογενειακό σπίτι είναι σε μια πολυκατοικία με πιλοτή και απέναντι από πάρκο, οπότε τα πρωινά αν δε το ρίχναμε στο συνεργατικό game boy ή τα play mobil με τον Γιάννη (ο αδερφός), συναντιόμασταν με αγαπημένη παρέα της γειτονιάς στη σκιά της πιλοτής, για μήλα, ψείρες, αυγά, κουτσό, λάστιχο, κλασικά κρυφτό, κυνηγητό κι άλλα πόσα παιχνίδια, μέχρι να πέσει η μεσημεριανή πείνα και να μαζευτούμε για φαγητό και σιέστα.

Με το που ξυπνούσαμε, και με τον ήλιο πιο μαλακό πλέον τα απογεύματα, κατεβαίναμε στο πάρκο για ποδήλατο, rollers, μονόζυγο, μπουγέλο με μπαλονάκια, ανταλλαγή αλληλογραφίας και αυτοκόλλητων, αυτοσχέδια παζάρια…

Πολλές φορές ξανοιγόμασταν μέχρι τον πεζόδρομο Καλαμαριάς για κρέπα, περαντζάδα, και πάλι πίσω, μέχρι το σουρούπωμα που είτε εμφανιζόταν η μαμά στο πάρκο με ένα μεγάλο ταψί, συνήθως με πατάτες τηγανητές και λουκάνικα, για όλα τα παιδιά, είτε έβγαινε στο μπαλκόνι και φώναζε δυνατά τα ονόματά μας για να επιστρέψουμε. Κι όσο δεν αποκρινόμασταν απ’ την ντροπή μας, τόσο πιο δυνατά μας φώναζε απ’ την ανησυχία, φαύλος ο κύκλος!

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, κάπως έτσι περνούσαν οι τελευταίες μέρες του Ιουλίου στην πόλη, μέχρι που έφτανε ο Αύγουστος και μαζί οι οικογενειακές διακοπές. Ο μπαμπάς μου κι ο μπαμπάς του, ο παππούς μου, είχαν μεγάλη αγάπη για τη θάλασσα και ένα σκάφος, τρεχαντήρι στο είδος, τον Πήγασο.

Τον Πήγασο τον φρόντιζαν όλη τη χρονιά θυμάμαι, για να ‘ναι έτοιμος πανέτοιμος για τις καλοκαιρινές εξορμήσεις. Αποχαιρετούσαμε δια θαλάσσης τη Θεσσαλονίκη, αφήνοντας πίσω μας το ναυτικό όμιλο Αρετσούς, με προορισμό τη Χαλκιδική, και κάποιες χρονιές τη Λήμνο και τις Σποράδες.

Στην πρύμνη ήταν δεμένη και η Τίνα, μια μικρή φουσκωτή βάρκα, που μας ακολουθούσε ξέγνοιαστα, πηγαίνοντας απ’ το κύμα που άφηνε ο Πήγασος, μια από δω, μια από κει.

Θυμάμαι την πόλη να ξεμακραίνει και μπροστά μας να απλώνεται μόνο μπλε, το φτερωτό άλογο να χοροπηδάει -κι εμείς μαζί του- στα ‘προβατάκια’, όπως αποκαλούσε ο μπαμπάς μου τα μικρά κύματα, να γνέφουμε σε άλλους ταξιδιώτες/ισσες που αντάμωναν οι θαλάσσιοι δρόμοι μας, τη χαρά και την ανυπομονησία εξερεύνησης του νέου μέρους, τον ήχο της μηχανής, ενώ κοιμόμουν, να ξεκινάει για νέα λιμάνια προτού καλά καλά ξημερώσει, ανθρώπους να συγκεντρώνονται στη στεριά, με χαμόγελα καλωσορίσματος, έτοιμοι να βοηθήσουν να δέσουμε το σκάφος, δελφίνια να μας συντροφεύουν στη διαδρομή, βουτιές, τη μυρωδιά και την αλμύρα της θάλασσας μόνιμα στα πρόσωπά μας.

Πόσες αναμνήσεις! Και πόση δουλειά, από την άλλη, καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς απαιτούσε όλο αυτό. Ο παππούς μου που το φρόντιζε μεγάλωνε, κι ο μπαμπάς μου δε διέθετε πλέον τον ίδιο ελεύθερο χρόνο, οπότε ο Πήγασος πέρασε και πάλι στα χέρια του πρότερου ιδιοκτήτη του, κ. Αντρέ, ο οποίος μόλις έμαθε ότι τον πουλάμε έσπευσε να τον ανακτήσει.

Στο μεταξύ, ο ίδιος παππούς, έφτιαχνε ένα σπίτι στην Ιστιαία στη Βόρεια Εύβοια όπου είχε γεννηθεί και μεγαλώσει, το οποίο ολοκληρώθηκε πάνω κάτω κοντά στην απώλεια του φτερωτού σκάφους οπότε έκτοτε τον Αύγουστο ρίχναμε άγκυρα εκεί. Άλλο σκηνικό. Ένα μικρό ψηλοτάβανο σπίτι στη μέση ενός ελαιώνα, με έντονους ήχους από τζιτζίκια κατά τη διάρκεια της ημέρας και κουκουβάγιες το βράδυ.

Κι εκεί βέβαια η θάλασσα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού τα πρωινά και τα απογεύματα μουλιάζαμε, κυριολεκτικά, στα Κανατάδικα ή Τσοκαϊτικα, μέχρι το βραδάκι που παίρναμε σβάρνα τα γύρω χωριά για βόλτες με καλαμπόκι ή σπόρια στους Ωρεούς, τον Πύργο, λουκουμάδες στην Αιδηψό, θερινό σινεμά στο Πευκί… 

Τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων έσβηναν τον Σεπτέμβριο, λίγο πριν το άνοιγμα του σχολείου, με επίσκεψη στη γιαγιά και τον παππού στο Κιλκίς, πόλη καταγωγής της μαμάς μου. Το σόι εκεί είναι μεγάλο – ο παππούς μου ήταν δέκα αδέρφια και η γιαγιά μου έξι- οπότε η διαμονή είχε συναντήσεις και τραπέζια με ξαδέλφια και θείους/ες, στάσεις σε καφενεία και κουρεία συγγενών (ο παππούς μου και ο θείος μου, ο αδερφός της μαμάς μου, ήταν κουρείς στο επάγγελμα), ξύπνημα με ποντιακή μουσική και τον παππού μου να χορεύει μόνος του για γυμναστική, ήχους από τάβλι, δροσιστικό τανομένο σορβά (ποντιακή σούπα με κορκότο, γιαούρτι και δυόσμο), τα βράδια βόλτες στην εμποροπανήγυρη και άλλα πόσα που θυμάμαι τώρα γράφοντας.

Αναμενόμενο, ίδιον της γραφής. Ένα πράγμα δεν περίμενα· τη νοσταλγία που νιώθω τώρα. 

Related stories

Ο πρώτος ηλεκτρικός ανεμιστήρας που εμφανίστηκε στην Eλλάδα

Αργύρης Τσιάπος Όταν η πολλή ζέστη καθιστά το σπίτι δύσκολα...

Τέσσερις ιστορίες Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους

Αργύρης Τσιάπος Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς...

Τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Καλλικράτεια: Στα κεραμίδια της κυρίας Κωνσταντίας

Θυμάται και γράφει ο Χρήστος Σατανίδης Τα παιδικά μου καλοκαίρια,...

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν “Νόμπερ”

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν "Νόμπερ" (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) , Eκδόσεις:...