HomeInterviewsΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ | Η Σοφία Φιλιππίδου βλέπει τη...

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ | Η Σοφία Φιλιππίδου βλέπει τη ζωή από τον εξώστη

Στα εφηβικά μου χρόνια, την γνώρισα και την λάτρεψα ως μια κορυφαία κωμική ηθοποιό.

Λίγο αργότερα, ανακαλύπτοντας τη μαγεία του θεάτρου, την θαύμασα σε απαιτητικούς ρόλους, και αντιλήφθηκα πως είναι σπουδαία σε όλα τα είδη θεάτρου.

Τελευταία, με έκανε να κλάψω με την ποίηση της. Και η αφορμή για αυτή τη συνάντηση, ήταν η έκδοση της πρώτης ποιητικής της συλλογής “40 ποιήματα της Σοφίας Φιλιππίδου”.

ΧΣ: Θα ήθελα αρχικά να πω, αναφορικά με τη συζήτηση μας, ότι εξεπλάγην με την πρόθεση σας, να βρεθούμε από κοντά, διότι όπως μου είπατε «πως θα μιλήσουμε αν δε βλέπω τον άλλον στα μάτια;»

ΣΦ: Στο γραπτό υπάρχει μια σύμβαση, υποτίθεται δεν μπορώ να βρεθώ για κάποιον λόγο με τον άλλον και κάπως πιο ψυχρά απαντάω. Είναι κείμενο και το αντιμετωπίζω. Χωρίς μάτια δε μπορώ. Στο τηλέφωνο δυσκολεύομαι και προτιμώ αυτήν την επαφή.

ΧΣ: Είστε άνθρωπος καλών προθέσεων. Ίσως το παραπάνω, παίζει ρόλο για εσάς, αν και οι προθέσεις του δημοσιογράφου, είναι εξίσου καλές;

ΣΦ: Όχι, δε θα αγχωθώ για τις προθέσεις σας. Νομίζω πως βρισκόμαστε πάντα καλοπροαίρετα. Ανθρωπίνως βρεθήκαμε, θα είμαστε ειλικρινείς και δε θα βάλουμε παγίδες, αν και πλέον έχω μάθει να τις αποφεύγω.

ΧΣ: Με εντυπωσίασε εξίσου, το ότι σας ζήτησα αυτή τη συζήτηση για τον «Εξώστη» και μου απαντήσατε επιτόπου «Ναι, διότι κι εγώ από τον Β’ Εξώστη του Φεστιβάλ ξεκίνησα».

ΣΦ: Θυμήθηκα που δίναμε τα βραβεία γαλαρίας, ανοήτως ίσως, αλλά με μια επαναστατική διάθεση, λίγο αθώα, εγώ τουλάχιστον και χωρίς να μετράμε τις συνέπειες. Προτιμούσα να είμαι στη γαλαρία, διότι δε με αφορούσε το τι συνέβαινε κάτω. Ούτε οι αφίξεις, οι stars, οι ταινίες που παιζόντουσαν. Δε το λέω υποτιμητικά. Πίστευα πως εκείνη την εποχή, χρειαζόμασταν κάτι πιο ουσιαστικό, πιο βαθύ, πιο ελεύθερο, αν σκεφτείτε πως είχαμε ακόμα χούντα. Ήμουν με την ελευθερία και τον αγώνα. Είχα ιδεολογία πως κάτι μπορεί να γίνει, όχι όμως αυτήν των φωτογραφίσεων κλπ. Έτσι λοιπόν, όταν άκουσα «Εξώστης», πήγε το μυαλό μου εκεί. Ο εξώστης, σαν σκέψη, δεν έχει να κάνει με την πρώτη θέση. Δεν την πήραμε ακόμα την πρώτη θέση.

ΧΣ: Εσείς πιστεύω πως την έχετε δικαίως κερδίσει.

ΣΦ: Όχι, καμία πρώτη θέση. Άμα την πάρεις τότε; Τελείωσες, τι θα κάνεις; Προσωπικά, όταν βλέπω να έρχεται κάτι που μοιάζει με επιτυχία, βάζω εμπόδια. Πιο πολύ με γοητεύει η αποτυχία και έχω περισσότερα κέρδη από αυτήν, όσον αφορά τον εαυτό μου και την αλλαγή που προσπαθώ να κάνω σε μένα.

Πιο καλά γράφω, πιο καλά σκέφτομαι, πιο έξυπνες λύσεις βρίσκω για τη ζωή. Κατανοώ καλύτερα τη ζωή και το θάνατο μέσα από την αποτυχία. Οι επιτυχίες σε κάνουν να αναπαύεσαι, χαλαρώνεις, απολαμβάνεις τα λεφτά και ξεχνιέσαι. Με την αποτυχία είσαι σε διαρκή εγρήγορση. Πως να βρεις ένα νέο δρόμο, ένα νέο στενό μέσα στο λαβύρινθο, μια διέξοδο, μια χαραμάδα; Πως πρέπει να πεις αυτό που δεν το κατάλαβαν. Μήπως πρέπει να βρεις άλλες λέξεις; Μήπως να αλλάξεις τρόπο;

ΧΣ: Πάντα απορούσα με την απόφαση σας, ακριβώς στην αρχή της οικονομικής κρίσης, να αφήσετε τα μεγάλα θέατρα και να στραφείτε σε αυτά των 50 θέσεων.

ΣΦ: Πράγματι, έκανα ως ηθοποιός επιτυχίες. Και στη Θεσσαλονίκη με θυμούνται πολύ, από μεγάλες επιτυχίες, ήμουν τοπική πρωταγωνίστρια, και όταν κατέβηκα στην Αθήνα, με «άρπαξαν» στην κυριολεξία. Έτσι γίνεται με τους ταλαντούχους ανθρώπους, γιατί θέλουν και το καινούριο, το αυθεντικό. Ήμουν εργατική και καλό παιδί.

Έτσι φτάσαμε κοντά στην κρίση, να είμαι στο θέατρο «Δημήτρης Χορν» με το «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» και να γεμίζει 3 χρόνια το θέατρο συνέχεια. Τότε μπήκε μέσα μου αυτή η ανησυχία, «τι θα γίνει σε σχέση με μένα , με αυτές τις επιτυχίες»; Και πριν από αυτήν την παράσταση, άλλες 2 επιτυχημένες παραστάσεις, που παίζαμε το ίδιο έργο συνέχεια, κάτι που εμένα προσωπικά, ούτε με ενδιέφερε, ούτε με γέμιζε και ούτε ευχαριστούσε. Μπορεί να βγαίνανε χρήματα και να έπαιρνα το μερίδιο της επιτυχίας μου αλλά δεν ήταν αυτό το ζητούμενο μου. Δεν είχα ως προτεραιότητα τα χρήματα, αλλά το έργο. Τι θέλει να πει; Κυρίως δε με ενδιαφέρει να παίζω το ίδιο έργο τρία χρόνια, για να βγάζω χρήματα. Αυτό το ξέρω πάρα πολύ καλά.

Έχω άλλες ανησυχίες. Ήθελα και θέλω να ασχολούμαι με άλλα έργα, να ψάχνω, να ερευνώ, να σκηνοθετώ, να κάνω θιάσους. Σκηνοθετούσα πάντα τον ευατό μου και κινούσα όλο το θίασο. Κατάλαβα από νωρίς πως έχω ταλέντο να σκηνοθετώ. Δεν ήμουν όμως η γυναίκα που είπα, «εγώ θα γίνω η μεγάλη ηθοποιός ή σκηνοθέτης». Με ενδιέφερε να δουλεύουμε όλοι μαζί για το θέατρο. Αφελώς πίστεψα πως αν το κάνουμε ομαδικά αυτό, κάτι θα γίνει. Κάτι καλό για το θέατρο. Είναι όμως ουτοπικό. Το μόνο που έγινε είναι να αλλάξω εγώ. Επίσης τρόμαξα, ότι μπορεί και να πεθάνω και να παίζω κάθε μέρα το ίδιο έργο.

ΧΣ: Σε μια εποχή όμως, που η Ελλάδα όδευε προς χρεωκοπία, το να κάνετε μια τέτοια επιλογή, είχε και ένα μεγάλο οικονομικό ρίσκο.

ΣΦ: Πάρα πολύ μεγάλο. Όμως ήταν πάνω από όλα «η σωτηρία της ψυχής». Αλλιώς θα έμενα στην εταιρία που ήμουν, και θα έπρεπε να είμαι το «καλό» παιδί ,για να πάρω αυτά που μου τάζανε. Πχ μεγαλύτερα θέατρα. Αλλά κατάλαβα πως με έβλεπαν ως ένα προΪόν προς εκμετάλευση, και όλα αυτά είναι παγίδες. Σκέφτηκα πως το να μετράμε τα κεφάλια των θεατών, δε με ενδιέφερε.

Το μήνυμα μου ήταν, πως φεύγω από το θέατρο των 500 θέσεων, και αντί να πάω σε αυτό με τις 1.700 θέσεις, θα πάω στο θέατρο με τις 50 για να πω, αυτό που θέλω εγώ. Τότε ήθελα να πω, το έργο, « Μπάρτελμπυ ο γραφιάς», που βρήκα και διασκεύασα μόνη μου. Πήρα την άδεια από τον Μένη Κουμανταρέα να μου δώσει τη μετάφραση. Με βοήθησε πολύ και εκείνος. Βρήκα παραγωγό, ηθοποιούς, θέατρο, μόνη μου. Βήμα βήμα, ένα χρόνο μόνη μου. Δεν έβγαλα καθόλου χρήματα αλλά απελευθερώθηκα. Ένιωθα σαν φυλακισμένη, μέσα σε ένα γεμάτο θέατρο κάθε μέρα, με μεγάλη επιτυχία, αγάπη, χειροκροτήματα και έφυγα.

ΧΣ: Το χειροκρότημα, το πιο δυνατό, από 500 άτομα, δε φοβηθήκατε πως ίσως σας λείψει;

ΣΦ: Είναι πολύ ωραίο και καλό, αλλά το να πεις αυτό που θέλεις, μέσα από το έργο που θέλεις, ήταν σημαντικότερο. Και με την «Ιοκάστη» έλεγα μια ωραία κωμωδία, αλλά είναι πιο καλό να το λες 2 μήνες. Πχ στο Εθνικό θέατρο, στην Κεντρική σκηνή. Μπορεί βέβαια να μη θέλουμε να λέμε πάντα και κάτι, απλά να θέλουμε να παίζουμε. ‘Όμως εγώ είμαι πιο φιλόδοξη και θέλω να λέω κάτι. Μου αρέσει η συνομιλία μέσω της τέχνης. Να λέει ο ένας κάτι και να απαντάει ο άλλος μέσα από το έργο του.

Και έτσι όλοι μαζί να πηγαίνουμε την τέχνη μας πιο μπροστά. Από τότε κάνω αυτό και βρίσκω έργα που δεν έχουν παιχτεί ποτέ. Φυσικά δεν υποτιμώ τις μεγάλες και ωραίες προτάσεις. Πήγα στην Επίδαυρο με τους «Βατράχους», πήγα στο Ηρώδειο με τις «Εκκλησιάζουσες». Αυτό που δε θα ξαναέκανα ποτέ, είναι μια επιτυχία να την παίζουμε τρία χρόνια. 

ΧΣ: Μου είπατε πως ήσασταν φιλόδοξη και σας άκουσα να λέτε, πως αυτήν τη φιλοδοξία την πληρώσατε.

ΣΦ: Ναι. Από τη μία είναι ωραίο να έχεις φιλοδοξίες, αλλά έχει και κόστος.

Κυρίως το πλήρωσα,  όταν στην αρχή της ιδιωτικής τηλεόρασης, αρχές 90, προσπάθησα να μπω σε αυτήν. Εμάς από το θέατρο, που γράφαμε και κάναμε επιτυχίες και παίζαμε επιθεώρηση τα 5 πρώτα χρόνια, πριν αυτή κατρακυλήσει, μας θέλανε στην τηλεόραση να κάνουμε καινούρια προγράμματα. Μέσα σε αυτό το κλίμα καλέσανε και εμένα. Αυτή ήταν και η δική μου φιλοδοξία, να γράφω, να παίζω και να έχω μια συγγραφική ομάδα, όπως είχαν όλοι και να έχω δικά μου προγράμματα. Εκεί απέτυχα και αποσύρθηκα. 

ΧΣ: «40 ποιήματα της Σοφίας Φιλιππίδου»…

ΣΦ: Αρχικά να πω, πως με τη γραφή ασχολούμαι από 13 ετών. Είχα τα μολύβια και τα τετράδια κάτω από το μαξιλάρι μου, και όταν όλοι κοιμόντουσαν, εγώ έγραφα. Τα πρώτα μου γραπτά, ήταν ποιήματα. Κάποια πιο… φοβιστικά, τα οποία και έχω πετάξει, και άλλα πιο γλυκά, που έχω κρατήσει σε ένα τετράδιο.

Πάντα έγραφα. Στις εκθέσεις στο γυμνάσιο ήμουν πρώτη και καλύτερη. Μετά έγραφα κείμενα για το θέατρο. Και ευτυχώς είχα μια εξαιρετική πρόταση από την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» να γράφω κάθε Σάββατο μια στήλη, «Η ματιά της Σοφίας». Έκαναν μεγάλη επιτυχία αυτά τα κείμενα και μου τα ζήτησαν οι εκδόσεις Καστανιώτη και έκανα το πρώτο μου βιβλίο, «Με μια σκάλα στο φεγγάρι». Μετά έκανα στο facebook, μία στήλη, «Η μπύρα του Σαββάτου» που και αυτά έκαναν επιτυχία και τα εξέδωσα.

Πάντα ένιωθα πιο κοντά, σε αυτό το σπουδαίο, βαθύ, απελευθερωτικό πράγμα, που λέγεται ποίηση. Δεν είχα όμως το θάρρος και τη δύναμη, να πω πως θα περάσω σε αυτή τη φόρμα, επειδή είχα κάποιες ανασφάλειες. Θαυμάζω και τιμώ τους μεγάλους ποιητές, όμως επιτέλους έγινε μέσα μου, κάτι σαν θαύμα, κάτι μεταφυσικό.

Μετά την πανδημία, ταξίδευα με ένα πούλμαν, και έβλεπα από το παράθυρο τη φύση και μου ερχόντουσαν στίχοι. Διάβαζα εκείνη τη στιγμή ένα βιβλίο, και άρχισα να γράφω στίχους στα περιθώρια του. Όταν αυτά τελείωσαν, άνοιξα το laptop, συνέχισα να γράφω και είπα μέσα μου «Αυτό είναι το ποίημα της συλλογής σου». Το έκανα δώρο στον ευατό μου να με ονομάσω ποιήτρια, με δύναμη και αυτοπεποίθηση. Είχα ένα έλλειμα, και μέχρι τώρα δε ξέρω τι θέλω να γίνω. Δουλεύω για να γίνω. Δε θέλω να αποφασίζει κανείς για μένα, τι είμαι, τι δεν είμαι. «Παίξε, γράψε, κάνε αυτό, κάνε εκείνο». Εγώ δε λέω σε κανέναν τι να κάνει και τι όχι.

ΧΣ: Η αίσθηση μου για εσάς, όλα τα χρόνια που σας παρακολουθώ, είναι πως δίνεται ισάξιο βάρος στο νοικοκυριό του σπιτιού και την ηθοποιία ή την όποια άλλη τέχνη με την οποία καταπιάνεστε.

ΣΦ: Ναι, πιστεύω πως έχουν ίδια αξία. Η ζωή είναι η μεγαλύτερη και πιο δύσκολη τέχνη. Έχω δώσει μεγάλη ενέργεια στο πως θα ζω, να έχει μια αύρα τέχνης η ζωή μου, ένα βάθος, μια αισθητική. Χωρίς να εννοώ την πολυτέλεια ή τον νεοπλουτισμό. Για αυτό και εκτιμώ τις γλάστρες μου, τη μαγειρική, στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους, τις γάτες μου. Δίνω σημασία στα μικρά της ζωής, που για μένα είναι μεγάλα. 

Και φυσικά δίνω μεγάλη σημασία, να επικοινωνήσω με τους συναδέρφους μου, και ίσως πια να τα έχω καταφέρει, μετά από τόσα χρόνια. Λέω ίσως, γιατί δε ξέρω αν πραγματικά είμαστε ενωμένοι. Νιώθω πως είμαστε μόνοι μας, εκτός από κάποιους ίσως που κάνανε κάποιες μικρές φωλιές, κάποιες παρέες -και καλά κάνανε-, για να υπάρχουν. 

ΧΣ: Έχετε παίξει στην Επίδαυρο. Τη φοβηθήκατε;

ΣΦ: Όχι, την αγαπούσα και την πρώτη φορά πήγα με μεγάλη χαρά. Όμως διαπίστωσα πως είναι και «επικίνδυνη».

ΧΣ: Από ποια άποψη;

ΣΦ: Από την άποψη ότι έχει πολύ κόσμο, πρώτη φορά σαν ηθοποιός συναντάς 10.000 κόσμο και αυτό προκαλεί δέος. 

ΧΣ: Μου είπατε πριν, πως σας πήρε χρόνια να βρείτε το θάρρος, να εκδώσετε τα ποιήματα σας. Και έχοντας μια προσωπική εμπειρία με το θέατρο και τις ανάγκες του, όταν μπήκατε στη σχολή του «Κρατικού θεάτρου», σας ήταν εύκολο το να εκτεθείτε; Διότι βλέποντας μια αγγελία, πήγατε να δώσετε εξετάσεις, νιώθοντας ένα μεταφυσικό κάλεσμα.

ΣΦ: Ναι. Στη σχολή πήγα λόγω ενστίκτου. Ήθελα πολύ να δω τι γίνεται και γιατί μου λέγανε οι άλλοι από το σχολείο «Πες εσύ το ποίημα, χόρεψε». Τα πήγα πολύ καλά στη σχολή. Οι πρώτες μου επαφές με το θέατρο είχαν χαρά. Μετά ήρθαν όλα τα άλλα. Ο φόβος, το κενό, η εκπαίδευση, η τεχνική, το «σεντόνι». Όλα αυτά τα έμαθα από δουλειά. Η μεγάλη μου προίκα είναι η 15ετής εμπειρία μου σε ομάδες στη Θεσσαλονίκη. Αν σήμερα μπορώ να κάνω σεμινάρια και να διοργανώνω ομάδες, είναι από αυτήν την προίκα μου, που δεν την έχουν πολλοί συνάδερφοι. 

ΧΣ: Παρότι αγαπάτε τη διδασκαλία θεάτρου, δεν αγαπήσατε τη διδασκαλία των γερμανικών.

ΣΦ: Είναι ωραίο να διδάσκω και να μεταδίδω γνώσεις. Παίρνω μεγάλη χαρά. Όμως στη σχολή που δούλευα ωρομίσθια, δεν ήταν καλές οι συνθήκες. Μετά από 8 χρόνια και μόλις μονιμοποιήθηκα, έφυγα. Είπα πως δε θα μπορούσα να κάνω κάτι που δεν θα είχε μια προοπτική εξέλιξης. Τώρα θα μπορούσα να είμαι καθηγήτρια πανεπιστημίου, αλλά… την «κοπάνησα». 

ΧΣ: Δε θα μπορούσα να σας φανταστώ σε αυτή τη θέση.

ΣΦ: Σώθηκα.

ΧΣ: Είπαμε νωρίτερα, πως είστε άνθρωπος με καλές προθέσεις. Και δε ξέρω γιατί, ξαφνιάστηκα όταν σας άκουσα να λέτε, πως πιστεύετε στις καλές προθέσεις των πολιτικών.

ΣΦ: Το βλέπω καλοπροαίρετα. Όταν είσαι νέος και θέλεις να ασχοληθείς με την πολιτική, πιστεύω στην πλειοψηφία τους οι άνθρωποι αυτοί έχουν καλές προθέσεις. Δε θέλω να πιστεύω πως σκέφτονται στυγνά, με στόχο τα λεφτά, την εξουσία. Όμως πιστεύω επίσης, πως άνθρωποι που έχουν αυτό το ταλέντο, και τις καλές προθέσεις, κάποιοι άλλοι τους αναγκάζουν σε φυγή και μένουν οι πιο «δυνατοί». Οι πιο ευαισθητοποιημένοι, που ελπίζουν πως μπορεί να αλλάξει κάτι, αν αυτό τελικά μπορεί να γίνει, δεν αντέχουν και φεύγουν. Θέλω όμως να πιστεύω πως ξεκινάνε με ένα όραμα.

ΧΣ: Δηλώνετε αισιόδοξος άνθρωπος…

ΣΦ:…Ναι και ελπίζω!

ΧΣ: Και με την άνοδο της ακροδεξιάς, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και πανευρωπαϊκά, παραμένετε αισιόδοξη;

ΣΦ: Με τρομάζει φυσικά. Πρέπει να το δούμε πολύ σοβαρά. Που φταίμε και σαν χώρα και ο καθένας μας προσωπικά. Τι κάναμε λάθος εμείς, οι πολιτικοί μας, οι άλλες χώρες. Γιατί δε μπορεί το δημοκρατικό πολίτευμα, δε μπορεί να λύσει τα μεγάλα ζητήματα που βασανίζουν την ανθρωπότητα? Γιατί δε δίνουμε ένα τέλος στους πολέμους? Γιατί δε θέλουμε τη δεξιά και αυτή ανεβαίνει;

ΧΣ: Θα ήθελα να κλείσουμε με τέχνη και κάτι που δε ξέρω για εσάς. Μουσική. Ξεχωρίζεται κάποιο είδος, κάτι που σας συγκινεί ιδιαίτερα;

ΣΦ: Μπορεί να ακούω αμερικάνικη μουσική των δεκαετιών 1920-1930 και να τρελαίνομαι. 

Το ίδιο μου συμβαίνει ακούγοντας «μαύρη» μουσική ή group από την Ευρώπη ή disco. Μπορεί να με γοητεύσει ένα ρεμπέτικο ή ένα καψούρικο λαϊκό ξαφνικά και μετά μπορεί να τρελαθώ με τον Μπετόβεν ή τον Μότσαρτ. Γενικά αγαπάω τη μουσική, χωρίς ταμπέλες και όρια. Και φυσικά αγαπάω πολύ το χορό. Αλλά και την ποίηση, τη γραφή, το θέατρο, το διάβασμα, τη ζωή, τον ουρανό, τη θάλασσα, το σύμπαν. 

Ευχαριστούμε το Sly Fox, για τη θερμή φιλοξενία του

(Αλεξάνδρου Σβώλου 44)

Τα εικαστικά του βιβλίου είναι του κυρίου

Κώστα Φωτόπουλου

Related stories

Ο πρώτος ηλεκτρικός ανεμιστήρας που εμφανίστηκε στην Eλλάδα

Αργύρης Τσιάπος Όταν η πολλή ζέστη καθιστά το σπίτι δύσκολα...

Τέσσερις ιστορίες Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους

Αργύρης Τσιάπος Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς...

Τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Καλλικράτεια: Στα κεραμίδια της κυρίας Κωνσταντίας

Θυμάται και γράφει ο Χρήστος Σατανίδης Τα παιδικά μου καλοκαίρια,...

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν “Νόμπερ”

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν "Νόμπερ" (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) , Eκδόσεις:...