
γράφει η Μαρία Ράπτη
Πρώτα ήρθε ο αγώνας για την ελευθερία. Ο αγώνας του ποτέ ή του πάντοτε, της νίκης ή της συντριβής. Έπειτα η ιδέα: ένα μνημείο για όλους εκείνους που πάσχισαν.
Τα χρόνια πέρασαν, αλλά τα μάρμαρα δεν ήρθαν. Το έδαφος σκάφτηκε, μα για άλλου είδους θεμέλια, και οι πέτρες δεν σχημάτισαν ηρώο, αλλά κερκίδες. Τα βήματα δεν οδήγησαν στο μνημείο, αλλά στον στίβο, και ο κόσμος που ήρθε δεν ήρθε για να θυμηθεί ή να τιμήσει, αλλά για να τρέξει. Για να ιδρώσει, να παθιαστεί, να χάσει ή να νικήσει.
Γιατί είχε έρθει η στιγμή εκείνου, του άλλου αγώνα. Που ήταν, πάντα, ο ίδιος.

Το 1931, ο διπλωμάτης και νομικός Λυσίμαχος Καυτανζόγλου συντάσσει τη διαθήκη του, στην οποία ορίζει ότι ολόκληρη η περιουσία του θα διατεθεί για την ανέγερση μνημείου στη Θεσσαλονίκη το οποίο θα τιμούσε όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία από την άλωση της Κωνταντινούπολης και μεταγενέστερα. Ήταν γιος του σημαντικού αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυτανζόγλου και εγγονός του Ιωάννη Γιούτα Καυτανζόγλου, που ήταν μέλος και χρηματοδότης της Φιλικής Εταιρείας.
Το όραμα του Καυτανζόγλου δεν πραγματοποιήθηκε με τη μορφή ενός παραδοσιακού ηρώου, αλλά με τη δημιουργία ενός σταδίου, η κατασκευή του οποίου ξεκινά το 1956 με δωρεά του ιδρύματος «Λυσίμαχος Καυτανζόγλου» και μετά από παραχώρηση 85 στρεμμάτων από το Ελληνικό Δημόσιο και 24,5 από τον Δήμο Θεσσαλονίκης. Το συνολικό κόστος του ανέρχεται σε 36 εκατομμύρια δραχμές και τα εγκαίνια πραγματοποιούνται στις 27 Οκτωβρίου του 1960. Έκτοτε φιλοξενεί σημαντικές αθλητικές δραστηριότητες, όπως τον τελικό Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης το 1973 και ποδοσφαιρικούς αγώνες κατά τη διάρκεια των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων 2004 της Αθήνας, οπότε και διεξήχθησαν 12 αγώνες ποδοσφαίρου, συμπεριλαμβανομένων προκριματικών, προημιτελικών, ημιτελικών και του αγώνα για την τρίτη θέση των ανδρών. Το στάδιο διαθέτει γήπεδο ποδοσφαίρου και στίβου καθώς και κλειστές εγκαταστάσεις προπόνησης. Από το 1960 είναι η έδρα της ποδοσφαιρικής ομάδας του Γ.Σ. Ηρακλή Θεσσαλονίκης.
Πρόσφατα δρομολογήθηκαν εργασίες συντήρησης και αναβάθμισης, καθώς τα τελευταία χρόνια το στάδιο παρουσίαζε εικόνα εγκατάλειψης.



